Αιθέρια Παράθυρα της ψυχής και του νου - Page 70

7. Άπειρες φορές το άπειρο (διήγημα), Αλεξία Κατσικογιάννη Ήτανε Ηούλης του ‟40. Ν τόπος έβραζε από τη ζέστη και μόνο κατά το σούρουπο φυσούσε νοτιάς, που έριχνε τα φύλλα της γερασμένης λεμονιάς στην αυλή του καπετάν Κιχάλη. Ε καημένη η λεμονιά είχε χάσει την ικμάδα της και οι καρποί της δεν μοσχοβολούσαν σαν πρώτα. Ξαιδάκια ήταν οι κόρες του καπετάνιου, η Κυρτώ και η Ώλίκη, όταν την φύτεψε, και τώρα είχαν γίνει και οι δύο ολόκληρες γυναίκες. Ε Ώλίκη ήταν η μεγαλύτερη, ευγενική και συγκρατημένη, ενώ η Κυρτώ, τρία χρόνια μικρότερη, ήταν πιο δυναμική και διψασμένη για ανεξαρτησία. Ρα δύο κορίτσια έμεναν μόνιμα με την οικογένειά τους στην Ώθήνα, το καλοκαίρι όμως το περνούσαν στην γενέτειρά τους, την μαγευτική Κονεμβασιά, μαζί με τρεις πολύ καλούς τους φίλους, τον Άλκη, αρραβωνιαστικό τώρα της Ώλίκης, τον Ξέτρο και το Πτρατή. Ρα καλοκαίρια στην Κονεμβασιά ήταν για τους πέντε νέους γεμάτα στιγμές χαράς, γέλιου και ξεγνοιασιάς. Ιάτρευαν να βουτάνε στα σμαραγδένια και κρυστάλλινα νερά του Κυρτώου πελάγους, να ακούνε ιστορίες από τον καπετάν Κιχάλη για τόπους μακρινούς και ονειρεμένους, να τραγουδούν στα βράχια, να ξαπλώνουν στα χρυσά και ηλιοκαμένα στάχυα, να συναγωνίζονται στο ποιος θα ανέβει πιο γρήγορα τα σκαλιά του Άη Λικόλα και να πηγαίνουν στις θερινές χοροεσπερίδες. Ώχ αυτές οι γιορτές, 3