Αιθέρια Παράθυρα της ψυχής και του νου - Page 36

7 Αποχαιρετώντας το όνειρο (διήγημα), Ευαγγελία ΢αλαπάτα Σοβάμαι. Γίμαι κρυμμένος σε μια μικρή χαραμάδα και περιμένω να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί. Ξριν λίγο στρατιώτες μπήκαν στο μισογκρεμισμένο σπίτι μας και πήραν τους γονείς μου. Γγώ έτρεξα να κρυφτώ. Γίμαι πια τόσο αδύνατος, που χωράω άνετα ανάμεσα στα χαλάσματα του σπιτιού. Βεν ακούω πια τίποτα. Βεν έμεινε τίποτα άλλο να διαλύσουν. Άραγε γλίτωσε κανένας άλλος ή τους πήραν όλους; Μημέρωσε. Έμεινα εδώ όλο το βράδυ μέχρι να σιγουρευτώ ότι είμαι ασφαλής. ΋σο ασφαλής μπορεί να είναι κάποιος σε εμπόλεμη περιοχή. Βεν βλέπω κανένα. Ε πόλη είναι έρημη. Σαίνεται ότι οι άλλοι δεν ήταν τόσο τυχεροί όσο ήμουν εγώ. ΋σο προχωράω ανάμεσα στα συντρίμμια θυμάμαι τις ευχάριστες μέρες που πέρναγα παίζοντας με τα άλλα παιδιά. Ξου μετά με φώναζε η μητέρα για να φάμε μαντί. Ήταν το αγαπημένο μου. Θαι τώρα τι θα κάνω; ΐρήκα τα τρεις χιλιάδες δολάρια που είχαμε αφήσει για ώρα ανάγκης. Θατευθύνομαι προς το λιμάνι. Μέρω ότι από εκεί με δύο χιλιάδες δολάρια μπορείς να φύγεις με καράβι. ΋σο πλησιάζω αρχίζω να βλέπω κόσμο. Πτο δρόμο μέχρι τώρα το μόνο που μπορούσες να συναντήσεις ήταν πόλεις γκρεμισμένες με νεκρούς αμάχους τριγύρω. Γπιτέλους έφτασα. Κετά από όλο αυτό το δρόμο νιώθω εξαντλημένος αλλά δεν τα παρατάω τώρα. Ένας άντρας κάθεται στη βάρκα. Γίναι λιγομίλητος. Ξρέπει να είναι ο ιδιοκτήτης της βάρκας. Έχει μικρό μουστάκι και κοντά μαύρα μαλλιά. Ρον πλησίασα. Ξόσα θες, τον ρώτησα διστακτικά Βυόμιση χιλιάδες, μου απάντησε και γέλασε κοροϊδευτικά. Ρο σκέφτηκα. Ρι θα γινόταν όταν έφτανα εκεί; Βεν θα μου έφταναν τα λεφτά για να ζήσω. Ώλλά μην έχοντας τίποτα άλλο να κάνω έβγαλα τα λεφτά από την σκισμένη τσέπη μου και του τα έδωσα. Κε άφησε να μπω. Κπαίνοντας είδα πολλούς ανθρώπους κυρίως ηλικιωμένους και γυναικόπαιδα. Θατευθύνθηκα προς μια γωνίτσα και κάθισα ήσυχα. ΋σο πέρναγε η ώρα ο χώρος γινόταν πολύ ασφυκτικός. Βεν χωρούσαν πια άλλα άτομα. Ένας άντρας που φαινόταν πολύ νευριασμένος πλησίασε τον ιδιοκτήτη και του είπε να φύγουμε. Κάλλον κατάλαβε και ο ίδιος ότι δεν γινόταν να μπουν άλλοι άνθρωποι μέσα. Έπειτα από λίγο ξεκινήσαμε. Πήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα το λιμάνι. Γκεί ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος που έκλαιγαν και φώναζαν να πάρουμε και εκείνους. Ώλλά δεν χωρούσαν. Ρο ταξίδι φαίνεται να είναι μακρύ και δύσκολο. Γίχε πολύ κύμα. Ρο νερό έμπαινε μέσα στην βάρκα. Ώπό παντού ακουγόντουσαν κλάματα και φωνές. Άρχισε να βραδιάζει και κάνει πολύ κρύο. Ν