Αιθέρια Παράθυρα της ψυχής και του νου - Page 20

Αέλια βγήκαν από το στόμα της Λεφέλης και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάγουλά της. «Κάντεψε. Βεν υπάρχει τώρα το "σαν" , είναι... πεθαμένος. Τωρίς ψυχή, ζωντάνια. Τωρίς χρώμα! » Ν Ώλέξανδρος έμεινε ακίνητος να βλέπει το κενό κάτω από τα πόδια του στο βράχο όπου είχαν επιλέξει να καθίσουν και σιγογέλασε. Ε Λεφέλη γύρισε και τον κοίταξε για λίγο. «Αελάς με τον πόνο μου;» Ν Ώλέξανδρος μισογέλασε πικρά. «΋χι, δε γελάω με τον πόνο σου, γελάω με το γεγονός ότι αύριο μπορεί να πονέσω κι εγώ ή αυτός εκεί ή εκείνος εκεί πέρα!» Έδειξε προς αόριστες κατευθύνσεις. «Ν πόνος είναι απρόβλεπτος, ο πόνος είναι γελοίος». Ε μαυρομάλλα κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε, εξέτασε τα χαρακτηριστικά του, σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. «Ρην ήξερα σχεδόν ένα χρόνο, ναι, λίγος καιρός, αλλά είχε καταφέρει να μπει στην καρδιά μου». Ώαναμνήσεις, μυρωδιές και ήχοι γέμισαν το μυαλό του. «Αλυκιά, ντροπαλή, όμορφη, αθώα!» Ξαρατηρούσε την ολόμαυρη θάλασσα και ευχόταν όλο και πιο πολύ να χανόταν μέσα της . «Ξώς πεθανε;» η Λεφέλη τον κοίταξε με τα παρόμοια σαν τα δικά του μάτια. «Ώυτοκτονία», ο Ώλέξανδρος απάντησε μονολεκτικά, νιώθοντας τις γνωστές ενοχές να του τρυπάνε την πλάτη σαν μυτερά μαχαίρια. Ε Λεφέλη παρέμεινε σιωπηλή. «Βεν ξέρω το λόγο, ποτέ δεν τον έμαθα, δεν πρόσεξα τίποτα το δυστυχισμένο πάνω της, αντίθετα, ήταν τόσο χαρούμενη…» μερικές σταγόνες μούσκεψαν τη λευκή μπλούζα του και μόνο τότε κατάλαβε πως έκλαιγε. «Άφησε μόνο ένα γράμμα με τρεις λέξεις: "Ήθελα μόνο ησυχία", τίποτα άλλο…» Ε Λεφέλη πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της. «Βε φταις εσύ, Ώλέξανδρε! Βεν ήξερες!» Ν Ώλέξανδρος κούνησε το κεφάλι και απελευθερώθηκε . «΋χι! Σταίω μόνο εγώ…» Ε Λεφέλη κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Ρα μάτια τους συναντήθηκαν και αντάλλαξαν νοητά μια κουβέντα. Κια μυστική συζήτηση ανάμεσα σε δύο πονεμένες ψυχές. Νι σιλουέτες τους φαίνονταν αχνά, η άμμος χόρευε κάτω από τα πόδια τους εξαιτίας του αέρα που την παρενοχλούσε. Ε Λεφέλη έχωσε τα δάχτυλά της μέσα στις τσέπες του μπουφάν της και έβγαλε ένα μεγάλο τσαλακωμένο φάκελο. Ν Ώλέξανδρος την κοίταξε και χωρίς να πει κουβέντα την ακολούθησε . ΐρίσκοντας μερικές ξεχασμένες πλαστικές καρέκλες και τραπέζια που είχαν αναποδογυρίσει από την ένταση του αέρα, ο Ώλέξανδρος τα τοποθέτησε στη σωστή τους θέση . Ε Λεφέλη ξεροκαταπίνοντας κάθισε στην 3