ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ Σχολικό Έτος 2016 - 2017 - Page 43

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
42
ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Κόκκινη κλωστή δεμένη ...

Έναν μύθο θα σας πω ...

O ΣΤΡΑΒΟΓΙΑΝΝΟΣ « Το παιδί που περπατάει στραβά », φώναζαν όλοι και γελούσαν . Ο Γιάννης κόντευε να ξεχάσει το όνομά του , επειδή όλοι τον αποκαλούσαν στραβό . Και όπως καταλαβαίνετε ένα αγόρι που περπατάει στραβά δεν είναι καθόλου δημοφιλές . Οι συμμαθητές του ποτέ δε τον επέλεγαν στην ομάδα του ποδοσφαίρου , ενώ ο γυμναστής του σχολείου , τον προόριζε μόνο για τα φανελάκια . Οι συμμαθήτριές του , όταν περνούσε από μπροστά τους σιγοψιθύριζαν και γελούσαν δήθεν κρυφά . Αλλά και οι καθηγητές του δεν ήταν καλύτεροι . Όταν καμιά φορά , τύχαινε να τρέχει ο Γιάννης στον διάδρομο και να πατήσει κάποια καθηγήτρια , αυτή ούρλιαζε λέγοντας : « Πρόσεχε Στραβόγιαννε !». Αυτή ήταν η καθημερινότητα του Γιάννη στο σχολείο . Ένας εφιάλτης !
Κάθε μεσημέρι γυρνούσε σπίτι του με μία τσάντα ασήκωτη από τα βιβλία , τα τετράδια και τα βάσανά του . Η μαμά του μόλις επέστρεφε τον αγκάλιαζε , τον φιλούσε και έψαχνε το βλέμμα του με αγωνία . « Τι έχεις Γιαννάκη μου ; Γιατί είσαι στενοχωρημένος ; Τίποτα μαμά , τι έχουμε να φάμε ;».
Ο Γιάννης τρελαινόταν να διαβάζει κόμικς με τους Χmen . Αγαπούσε όλους τους ήρωες . Τη Στόρμ , το Γούλβεριν , την Τζέιν αλλά αγαπημένος του ήρωας ήταν ο Τσαρλς Ξαβιέ . Ο ήρωας αυτός είχε όπως και οι άλλοι υπερφυσικές δυνάμεις . Ο Ξαβιέ ήταν αρχηγός της ομάδας των Χmen και είχε την ικανότητα να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων ανθρώπων . Είχε όμως και μια αδυναμία . Ήταν κινητικά ανάπηρος . Μόνο που κανένας δεν τον κορόιδευε . Και ο Γιάννης όμως ήταν ένας Χ-men κι ας μην το ήξερε ούτε ο ίδιος ούτε και οι άλλοι . Είχε μία ικανότητα παρόμοια με αυτή του Ξαβιέ .
Έβλεπε τις σκέψεις και τα λόγια των άλλων να παίρνουν μορφή . Όταν του μιλούσε η μητέρα του εμφανίζονταν πουλιά , που φτερούγιζαν χαρούμενα μέσα στο δωμάτιο . Ενώ όταν ήταν στο σχολείο και τον κορόιδευαν οι συμμαθητές του ή του φώναζαν
και τον υποτιμούσαν οι καθηγητές του , η τάξη και οι διάδρομοι γέμιζαν από φίδια , σκορπιούς και κατσαρίδες . Έτσι ο κακομοίρης ο Γιάννης προσπαθώντας να τα αποφύγει όλα αυτά , οι άλλοι νόμιζαν ότι περπατάει στραβά . Και όσο πιο πολύ προσπαθούσε να τα αποφύγει τόσο περισσότερα αηδιαστικά πλάσματα έβρισκε μπροστά του .
Τα χρόνια περνούσαν και ο Γιάννης που ήταν πολύ καλός μαθητής , παρότι διάβαζε μόνο κόμικς και ποτέ λογοτεχνικά βιβλία , μια μέρα έγινε γιατρός , με ειδικότητα την ορθοπεδική . Ήταν πάρα πολύ καλός στο επάγγελμά του και όλοι τον σέβονταν . Στο νοσοκομείο που δούλευε κανένας δεν ασχολούνταν με το στραβό του περπάτημα . Ο Γιάννης δεν περπατούσε πια στραβά για να αποφύγει τις προσβλητικές σκέψεις των άλλων , απλά το είχε αποδεχτεί .
Στο ιατρείο του τον επισκέπτονταν πολλοί άνθρωποι , που έφευγαν πάντα ευχαριστημένοι . Μια μέρα τον επισκέφθηκε ένα ζευγάρι με το παιδάκι τους , που είχε πρόβλημα στα πόδια . Περπατούσε στραβά . Οι γονείς του ήταν πολύ στενοχωρημένοι και ζητούσαν απελπισμένα βοήθεια .
Διαβάζοντας ο Γιάννης το όνομα του παιδιού και των γονιών του στο βιβλιάριο υγείας κατάλαβε ότι ήταν παλιοί συμμαθητές του . Εκείνοι όμως δεν τον θυμόντουσαν γιατί κανένας δεν τον έκανε παρέα όταν ήταν μικρός .
« Τι πρόβλημα έχει το παιδί σας ;» ρώτησε ο Γιάννης χωρίς να τους αποκαλύψει ποιος ήταν . « Περπατάει στραβά » απάντησαν οι γονείς λυπημένοι . Αμέσως μόλις είπαν τα λόγια αυτά το πάτωμα γέμισε μυρμήγκια . « Σήκω παιδί μου να περπατήσεις .», είπε ο γιατρός . Τότε το παιδί σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει στραβά προσπαθώντας να αποφύγει τα μυρμήγκια .
Ο γιατρός κατάλαβε τι συνέβαινε και ζήτησε από τους γονείς να βγουν έξω από το ιατρείο . Όταν έμεινε μόνος με το παιδί σηκώθηκε από την καρέκλα του και με δύναμη πάτησε τα έντομα . Το παιδί κοίταξε με απορία και με χαρά τον Γιάννη γιατί κατάλαβε ότι μπορούσε και αυτός να δει τα πράγματα που έβλεπε . Ο γιατρός του χάιδεψε το κεφάλι και ζήτησε από τους γονείς να ξαναμπούν μέσα . Μετά είπε στο παιδί να περπατήσει προς τους γονείς του . Αυτό έτρεξε με χαρά κατευθείαν στους γονείς του χωρίς να στραβοπατήσει . « ΘΑΥΜΑ , ΘΑΥΜΑ !» φώναζαν οι γονείς και ευχαριστούσαν το γιατρό .
Ο Γιάννης , σοβαρός έβγαλε ένα μπλοκάκι και έγραψε ένα φάρμακο για το παιδί : « Να αγαπάτε το παιδί σας , ακόμα κι αν περπατάει στραβά και να μην αφήνετε κανέναν να το πληγώνει ».
Αφού έφυγαν οι γονείς με το παιδί , μετά από
APOTYP-1 . indd 42 15 / 06 / 2017 1:49 μ . μ .
Κόκκινη κλωστή δεμένη... Έναν μύθο θα σας πω... O ΣΤΡΑΒΟΓΙΑΝΝΟΣ 42 APOTYP-1.indd 42 «Το παιδί που περπατάει στραβά», φώναζαν όλοι και γελούσαν. Ο Γιάννης κόντευε να ξεχάσει το όνομά του, επειδή όλοι τον αποκαλούσαν στραβό. Και όπως κ s3sssss3H3ssH3s3sH33H33ss3s33sB3ss33sH3sssH3s33H333ᳮss3H3s33s3B3s33H333H33H33H3s3sssH33H3333H33H333BᳬssK3ss33s3ss333H3sK33H33sB3ssH333s3sH33H3ᳬsss3sK3H3s33s33sss33K33sH33ssssH3s3333s333s3s3s3ssssBsH3sssH333sH3ssᳫ 3s3sH3H3s33s3H33sH33sH3ss3ssH 333sH3s3s3ᳯs 33ssssBsH33sssH33s3ss33H33s33s33sH3sH33s3sB33sH3s33ssK3ss33ssssH3ss3s03s BsH33ss3ssssHpˈ3ss333sH33s33ssss333B3H3s3ss333sˈ33ss3sᳮs33B33H33s3ssH3ssssH333H33H33H33H333s3Bs󫳮s33s333H3sK33H33s3s33sH3sH33H33ss3K333s333H333s3s3s3ss᳭H33H3s󮳫3ssK33BᳮssH3sH3s3ssH333s33H33H33H3sssK03Bsss3ssss333N3ss33ssH33ssss3ss33B33H33s3 33H3ss3H3sH3ᳫ33N˂3s3ss33sssss33sH3sH33ss3sH333s33B3s3Y[3ss3sH33s33s3sss33333s 33s󬳭sssK33H33ssH3s3ss33ss33H3sss3sH333ss3ssK33sss3ss333sH333s3sBH33H3s3sssss33ss33ss33ssH33sH3sKB3333333s33sH3Y[3sH3sH33H3sss333BsH33ss3sH33s3󮳫s3ss33sH33sH3ss3s3sK3sB33s3sH33sH3s3sss3K3s3sH3ss3s3ss33s33s33H3sssss33sH33H3s3s3ssK3sH33s3KBs333s33sH3sss3[Y[3H3s33H333ssH3s3H3³3s3s3H3sH3H33K3sH33H3sss333H33ss33sB3H3ss333H3ssK3s3H33s3󮳫s3ss3sH33H33sH33sH33sH3sB3ssssH33sᳫ333sH33H33ssH3333ssH33Bs3ᳬss󭳯s3sH33ss 33H33sssssH3sss3ssB3sH3333s333sˈ3ss333sH33sH333s3sB3H3s3s3sssH3H3s33s33s33H333H3㳯sssBsH33H3s33s3ssH3H3s33s33K33333sH3B3s33s3H3s3ssH3s33ᳫ3sK3󮳯s3ss3sH3s3KBs3s333H33s3s33s3ss33s3s3㳯s3ssH33H3s3ssH33H3ss3 3H33H3s33ssH333H33sKB3s33sH33ss 3sH3333s33H33s3s3sH3sB3H3s3ssH33333sss33ssH3s3ss3s3333KB3H3sss󮳭H333s333K3H3s3ssH33sssssH3sH33s3ss33H33sB3H3s333s3333ss33H33s3sH333s333ssH333H33sss3sK33sH33ssH3sssH3ss3s33H3ss3s333H33H3s33s3s3s3sH333sH33H3KB3333s33s333H3sH33H33H3ss3sH 33³s󮳯3s33H33sssH3sssss33sH3sss3sB3H3333ss33H33ss3333K33s3ss33sH33ss3KB3sH33sH33ss3sH3sH3s3ssH33s33s󬳮3ss󮳫s3ss33sH33sK3s3333sH3s33s3s˂33ss3ss33H33H3s3s󮳫s33s3sH3333KB3ss3K33H3s᳭sssH333s3H3sssss33ssK33sB3ssH33H3s3s󮳫sᳮ3󮳭H3ssH3ss3sH33H3333ss33B3s33H3sH33s33H33H3333sK33ss3s3sB3ss 3H3ss33H33sH33H33ssss3ssBsH33ssH3s3s3s3ssH3󫳮3ssK3ss3s3s33s3ss3333s3H33H33ss3sH3sB3sH3ss㳯H33H333ss3ss3sss3s33sH333B3sH33ss3s33s33s33K3sssH333s33sH33B3s33s3ssH3ss33sssss33sH33H3sssH33sssB33sH33sH33ss3 3H33s33H3ssH3333ss33s3s3H33s3KBs3ss3sH33s3s3󮳬ss3sH33s33sK03sKB3s33sH33ss03s33s3sH3H3ss3s33ssKs3ss333s3s3sH33H33sH3ss3333333s3H3s3KBH33ss3󮳮sK0󫳮H33ss333H3sH33ss3s3sss3H33ss3s33333H3333ss33㳮3󮳭H3sH33ssBsH33ss3s33sH33ss33s3s3㳯s3s3sH3s3ssB3H33ss3󮳮sK3ss3s33s33sH33H3ssssssH3sH33H3s33s3ss3sH3sH3sH3s3333ss3ssˈ333sH3s3sKBsH333s33H3333ss33㳮3󮳭H3s333H3sssH33BsH33H33sss33333H33H3ss33K3333ss333sH33B s3sH3sH33H3ss33H3s3ss3ss33s33sH333B33ssH3sH3ss333sH33sH33H33s33s3H33H3sKB3K33ss3s333H33s3s3H333sᳫ3H3sH33H3s33s3ss3sH3sss33sH33sK33s33s3H3333ss3³sH33ss3s3sH33s33s3ss33K3ss33s3ssH33Bss3s3ss3ssH33s3ss33H3ss3sH33sKB3s3sK03ss3K33ss3Hp3㳯sssH3H3sssH3sssss3ssH333ss3s 3s3ss3󬳬ss33ssH3ssH333󮳫3H3sBsss3H3ssH3ᳫ3s3s3sH3333ss3Έ0sH3ss333H33³3ss33s3s33H3H3sH33ss3s33sH33ss3sH3sH33Bsᳫss3H3sssssH3sH3333㳯ssp˂sᳯH3sssH3H3ss33H3333ss333s33s3MK ̌ M NH3